Statcounter

Τετάρτη, 06 Ιανουαρίου 2010

Απολαύστε!
(προσεγμένα πλάνα, πειστική ατμόσφαιρα)




Χαμένοι άγγελοι Τίτλος Ταινίας: Χαμένοι άγγελοι
Εταιρεία Παραγωγής: Φίνος Φιλμ
Έτος προβολής:1948-49
Συντελεστές:
Νίκος Τσιφόρος (σκηνοθεσία, σενάριο),
Ζοζέφ Χεπ (οπερατέρ)
Ηθοποιοί: Ειρήνη Παππά, Σμαρούλα Γιούλη, Χρήστος Τσαγανέας, Νίκος Καζής, Περικλής Χριστοφορίδης, Άννα Χριστοφορίδου, Μίμης Φωτόπουλος

Ίσως, οι καλύτερες σκηνές με μπουζούκια από ελληνική ταινία. Καλό περιβάλλον και ατμόσφαιρα αλλά, πριν απ΄όλα, πολύ καλή λήψη της ορχήστρας. Κοιτάξτε τα κόκκινα ονόματα παραπάνω. Ο μεν Τσιφόρος ήταν πανέξυπνος άνθρωπος και το είχε ψάξει από κοντά το πράγμα, ο δε οπερατέρ είναι ξένος. Τυχαίο που είναι καλές οι λήψεις;
Στο πάλκο, ο πάντα σοβαρός Λαύκας (αριστερά) με ριγέ καλτσάκι, ο Μανώλης Χιώτης με τη, σχεδόν, εκνευριστική σιγουριά του, παίζει τρίχορδο και δίπλα του ο Σπαγγαδώρος παίζοντας γνήσια ρεμπέτικη κιθάρα.
Ψιλοβρέχει
________
Η ανδρική μοναξιά
και η γυναικεία αδιαφορία
στο ρεμπέτικο...


Έχω αρκετές φορές αναφερθεί στη (σημερινή, τουλάχιστο) ανδρική μοναξιά, εν μέσω πολλών, στο ρεμπέτικο και, στην αδιαφορία και ανία των γυναικών. Δεν αναφέρομαι βέβαια στα νέα κορίτσια που συχνάζουν στα ρεμπετάδικα όπου νιώθουν παρόμοια, αν τα βλέμματα δε συγκεντρώνονται επάνω τους,  δεν ανεβαίνουν στα τραπέζια για να χορέψουν τσιφτετέλια ή δε χτυπάνε παλαμάκια σε κάποιους που χορεύουν ζεϊμπέκικο.


Όποτε λέω προφορικά τέτοια, με κοιτάζουν σα να κατέβηκα από άλλο πλανήτη. Δεν είναι παράξένο.
Να όμως που βρήκα ένα video που εικονογραφεί κάπως αυτά που λέω.
Δείτε το προσεκτικά, προσπαθώντας να παρακολουθείστε σε δυό επίπεδα, ταυτόχρονα.
Στο ένα,
βλέποντας τους συμμετέχοντες
στο άλλο,
προσπαθώντας να παρακολουθείστε τις ασυνείδητες σκέψεις του ανθρώπου που κινεί τη βιντεοκάμερα...



Τα "αντικείμενα" της λήψης είναι τρία. Αυτός που παίζει κιθάρα, ο άλλος που παίζει μπουζούκι και τραγουδάει, ένας ακόμα που τραγουδάει και μιά γυναίκα στο πλάι, που αποτελεί δευτερεύον και αδιάφορο στοιχείο.


Ο φακός κινείται, ουσιαστικά και κατά το σύνηθες, με κεντρικό στόχο το μπουζούκι και τον άλλο τραγουδιστή. Η κιθάρα, πάλι κατά το σύνηθες, πέφτει σε δευτερεύουσα μοίρα.


Οι κιθαρίστες αποτελούσαν και αποτελούν ένα παρακατιανό στοιχείο, απ΄τη στιγμή που το μπουζούκι πήρε το πάνω χέρι (και πρωτύτερα, αλλά όχι τόσο πολύ). Αυτό είναι τελείως παράδοξο γιατί το μπουζούκι μόνο του, λίγα λέει. Αν η κιθάρα είναι σωστή και ξέρει να κάνει γεμίσματα, το τραγούδι απογειώνεται.


Υπάρχει λοιπόν και μιά γυναίκα στο video που κάθεται στο πλάι, στο περιθώριο. Την πρώτη φορά που η κάμερα της κάνει τη τιμή να τη δείξει, τη βλέπουμε να σιγοτραγουδάει δειλά και μάλλον βαριεστημένα. Είναι απέξω και το ξέρει. Τη δεύτερη φορά που η κάμερα στρέφεται, με μισή καρδιά, προς τη μεριά της, εκείνη έχει πιάσει κάποια κουβεντούλα με κάποιο πρόσωπο που δε φαίνεται.


Αυτές τις γυναίκες τις καταλαβαίνω. Τα ρεμπέτικα γλέντια δεν έχουν τελειωμό, μπορούν να τραβήξουν 8ωρο και βάλε. Οι γυναίκες, κατά κανόνα, δε ξέρουν τα τραγούδια και δεν ενδιαφέρονται να τα μάθουν - γιατί να το κάνουν άλλωστε;  Οι αρσενικοί δε τις δίνουν σημασία, τη βρίσκουν μεταξύ τους. Τις τραβολογάνε όμως μαζί τους κι αυτές σκυλοβαριούνται. 


Εκείνες που δε καταλαβαίνω είναι αυτές που κάνουν ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά προγράμματα και, δήθεν ενδιαφέρονται για το ρεμπέτικο. Κατά κανόνα, στέκονται σούζα και επιτρέπουν τροπάρια κενολογίας των εναπομεινάντων αρσενικών υπολειμμάτων του ρεμπέτικου που λένε, λένε, λένε για τον εαυτό τους και για άλλους αρσενικούς. Γιατί, οι θηλυκές παραγωγοί δε ρωτάνε τίποτα γιά τις γυναίκες του ρεμπέτικου;  Άντε, να κάνουν καμιά ερώτηση γιά το φαινόμενο Εσκενάζι, τη Μπέλλου, τη Νίνου κι εκεί τελειώνει το θέμα.
Άκρατος εγωισμός απ΄τη μιά, πλήρης άγνοια από την άλλη...
Απολογισμός











ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΠΝΙΓΜΟ

Φληβάς ο Φοίνικας, δεκαπέντε μέρες πεθαμένος,
Λησμόνησε την κραυγή των γλάρων, και το
φούσκωμα του βαθιού πελάγου
Και τα κέρδη και τη ζημιά.
Κάτω απ’ τη θάλασσα ένα ρέμα
Έγλειψε τα κόκκαλά του ψιθυρίζοντας. 
Μ’ ανεβοκατεβάσματα
Πέρασε τα στάδια των γερατειών του και της
νιότης του
Μπαίνοντας μέσα στη ρουφήχτρα
Εθνικέ ή Εβραίε
Ω εσύ που γυρίζεις το τιμόνι κοιτάζοντας προς τον
αγέρα,
Στοχάσου το Φληβά, που ήταν κάποτε όμορφος
κι’ αψηλός σαν εσένα.
T.S. Eliot
The Waste Land


Δεν έχω επιμείνει, γενικά, στη ζωή μου. Δεν ήμουνα ικανοποιημένος με κάτι, το  εγκατέλειπα και πήγαινα σε κάτι άλλο. Δε τό΄χω μετανιώσει αλλά ούτε είμαι  και  περήφανος γι αυτό. Το Thorax and Mind  όμως το σκεφτόμουνα δυό χρόνια πριν το ξεκινήσω και από τότε που πήρε μπρος και ως σήμερα, έχουν περάσει 2 χρόνια, 9 μήνες και 27 μέρες... Το μηχανάκι επισκεψιμότητας γράφει το Νο 35.916.


Δε μπορώ να τον αναλύσω αυτό τον αριθμό αν και υπάρχουν οι μηχανισμοί. Δε μου λένε όμως...


Η επιλογή του συγκεκριμένου τρόπου αντιμετώπισης του ρεμπέτικου που ακολουθώ δεν ήταν θέμα στρατηγικής. Είναι αντικατοπτρισμός του εαυτού μου. Είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζω τα πράγματα. Όμως χωρίς, δυστυχώς, να παραξενεύομαι και πολύ και αν κρίνω από την απουσία σχολίων, δε φαίνεται πως ενδιαφέρει. Ούτε τους μεν, ούτε τους δε. Οι μεν, είναι αυτοί που είναι χωμένοι στο ρεμπέτικο και οι δε, αυτοί/ές που γιά κάποιο λόγο ανακάλυψαν αυτό το blog.


Κάθε που ανοίγω τα email θα βρω, σχεδόν πάντα, κάτι από το Google Alert σχετικά με το ρεμπέτικο. Ανάμεσα στα βαρετά επαναλαμβανόμενα και επανακυκλούμενα γιά την ταινία "Ρεμπέτικο", του ... δεύτερου μεγαλύτερου σκηνοθέτη του κόσμου, μετά τον Orson Welles (...) και τα συνεχώς καινούρια και εκπληκτικής προχειρότητας καί παντελούς έλλειψης άποψης νέα Cd´s, πέφτει το μάτι μου στο καινούριο (κλεμένο κι αυτό) compact όνομα μιάς κομπανίας στη Γαλλία που διάλεξαν το Sex drugs and Rebetiko (...).

Αν ρωτήσεις έναν μεγάλο και διαβασμένο άνθρωπο, τι είναι το ρεμπέτικο, μπορεί ν΄αρχίσει να σου αραδιάζει διάφορες κοινωνικο-πολιτικές αναλύσεις και ν΄αρχίσεις να χασμουριέσαι.
Ένας τυχαίος ρεμπετόφιλος νέος μπορεί να σου πετάξει τον παραπάνω τίτλο της κομπανίας και να ξεμπερδεύει.


Είναι η γρήγορη, αποτελεσματική και με "μιά βιτσιά compact πληροφόρηση"...

Εδώ που ζω, όταν μιά απάντηση υπερβαίνει τις 10 λέξεις, βλέπεις ότι το μάτι του συνομιλητή σου αρχίζει να "φεύγει". Είναι οι καινούριοι "τρύπιοι άνθρωποι", οι cybernetic organisms που μπορεί να τους πεις, "είμαι πολύ άσχημα, θ΄αυτοκτονήσω" και να σου απαντήσουν, "ναι; OK" ...

Σημειώστε ότι, γιά να φτάσουμε στο σημερινό είδος "τρύπιων ανθρώπων", που υπάρχουν σε αφθονία και όλο και αυξάνονται και στην Ελλάδα, τα πειράματα και οι απόψεις γιά τη σοσιοβιολογία (sociobiology) που τελικά θα αντικαταστήσει τη βιολογία, ήταν σε πλήρη έξαρση τη δεκαετία του ΄30 στις ΗΠΑ. Τότε δηλαδή που στην Ελλαδίτσα τραγουδούσαν γιά τις όμορφες Σμυρνιές κι είχαν ερωτευτεί το μπουζούκι...


Δείτε τα σχόλια και στα διάφορα blogs του Διαδίκτυου. Με δυσκολία υπερβαίνουν τις 3 γραμμές. Ή είναι αγκυροβολημένα σ΄ένα στείρο εθνικιστικό τρόπο του σκέπτεσθαι, ή πολιτικολογούν ακατάπαυστα, δίχως λύσεις ή, είναι τελείως αλλοπαρμένα.


Επομένως, τί να λέω εγώ τώρα γιά ένα blog που εξετάζει και τις ψυχολογικές παραμέτρους μέσα στο ρεμπέτικο; 
Τρέχα, γύρευε...
Σημειώσατε χι...


Συνεχίζω πάντως, ακάθεκτος...    

Τρίτη, 05 Ιανουαρίου 2010

Δεν επρόσεξα τη μάσκα
οπου φορούσες



Δευτέρα, 04 Ιανουαρίου 2010

Το τραγούδι του μήνα (Κωστής) - Μάρτης 2008

η φωτογραφία είναι δανεισμένη το CD "Μόρτικα"






Kωστής ή Κώστας Μπέζος ή Ι. Πρίμος ή........





"Ξηγιόμαστε στα κουτουρού,

μέχρι να μπούμε στην ψειρού" ( = φυλακή)



Η "πλάκα" (κάνω πλάκα) είναι καθημερινό ελληνικό φαινόμενο. Είναι ένας σοφός μηχανισμός που έχει κρατήσει ορθό το ελληνικό Γένος... Όλα τα πράγματα όμως, όταν ξεπερνούν κάποια όρια, γίνονται σαχλά. Η συνεχής πλάκα γιά τα πάντα γίνεται στο τέλος μιά ρηχή επιφάνεια, μιά βαρετή ελαφρότητα. 
Τα ρεμπέτικα είχαν πλάκα; Ναι, κάποτε, κάποια, είχαν. Κι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ανάγκη ν' αστειευτούν. Στη συντριπτική τους όμως πλειοψηφία ήταν σοβαρά. Όχι βαριά κι ασήκωτα, όπως νομίζουν αυτοί/ές που έχουν ακούσει μερικές ντουζίνες και δε καταλαβαίνουν. Απλώς, ήταν σοβαρά. Ο Τσιτσάνης, ας πούμε, ήταν ένας σοβαρός και μελαγχολικός άνθρωπος, ακόμα και γιατί έβλεπε καθαρά τι συνέβαινε γύρω του. Αν "έπαιζε" κάποιες στιγμές - και τό'κανε - αυτό δε σήμαινε τίποτα ( γιά παράδειγμα, ο στίχος του "ρίχνω το γυαλί στον πάτο, βρίσκω τη δασκάλα κάτω, ζουμ τριαλαρί λαρό, βάρκα γιαλό").

Απ' ότι ξέρω, δεν υπάρχουν τραγούδια που να αντιμετωπίζουν με ελαφριά διάθεση τη
φυλακή, να την "υμνούν", στο όνομα της μαγκιάς, του "νά'σαι μέσα". Άλλο τ' ότι θεωρούνταν εύσημο από πολλούς που την είχαν δοκιμάσει. Στην ουσία, όταν δοκίμαζαν το "γλυφιντζούρι", τότε καταλάβαιναν τη "γλύκα"... 

Υπάρχει όμως ένα μοναδικό (;) παράδειγμα τραγουδιού, φτιαγμένο από κάποιον που δε νταλαβεριζόταν με τέτοια και, σαφώς, δεν είχε σχέση με τις φυλακές. Είναι ο Α. Κωστής και το τραγούδι "Η φυλακή είναι σχολείο" " (1931, Orthophonic Αμερικής ORS-613 188 - Α.Κωστής/Δ. Σκόττι - ρεμπέτικο, ζεϊμπέκικος), με τους παρακάτω στίχους:






Στη φυλακή το μεσημέρι, έλα και φέρε ένα μαχαίρι

γιατί ένα μάγκα θα ξηγήσω, μπορεί και να τον καθαρίσω





Στη φυλακή 'ναι τα παιδάκια που παίζουν τα μπαγλαμαδάκια,


έχουν και όμορφους λουλάδες που τους φουμάρουν δερβισάδες





Στη φυλακή νά'ρθεις να μ' έβρεις, κοίταξε να τα καταφέρεις,


φέρε μαζί σου και μαυράκι γιά να φουμάρουμε λιγάκι.




Στη φυλακή όποιος δε πάει θα πεί, δε ξέρει ούτε να φάει.


Η φυλακή είναι σχολείο πού'χει δασκάλους μεγαλείο




H σειρά των τραγουδιών του "Κωστή" είναι πραγματικά ιδιότυπη. Τα τραγούδια είναι απλά, θυμίζουν τα μουρμούρικα, η φωνή του τραγουδιστή μάγκικη. Έφτιαξε τη "Παξιμαδοκλέφτρα" που είναι το αλφαβητάρι των αρχάριων παικτών μπουζουκιού και παραμένει σα "εθνικός ύμνος της όψιμης μαγκιάς". 



(Ακούγομαι σα να ειρωνεύομαι, δε το κάνω όμως. Έχω υπάρξει κι εγώ θύμα διάφορων "νούφαρων", σα το ότι ο Παλιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης...) 


Η ιστορία πάντως με τον Κωστή είναι πατάτα... Ο άνθρωπος ήτανε ένας ικανός μουσικός που, έτσι γιά το κέφι του, έφτιαξε αυτά τα τραγούδια, τα "σούπερ" μάγκικα. Υπήρχαν και κάποιοι άλλοι που δεν είχαν άμεση σχέση με την πιάτσα και, σαν ικανοί παρατηρητές, έφτιαξαν τραγούδια, γράψαν στίχους ρεμπέτικους. Δεν είναι δα και κάτι δύσκολο. Όμως, ο περί ου ο λόγος "Κωστής", έκανε την πλάκα του. Δίνω τρία παραδείγματα τίτλων από άλλα τραγούδια που είναι στ΄όνομά του, για να καταλάβετε.
Βίκι Βίκι (1933), HMV AO-2101 OT-1430, χαβάγιες Κ.Μπέζου και χορωδία/Κ.Μπέζος, ελαφρό φοξ
Μίκι-Μάους (1934), HMV AO-2101 OT-1537
Μικρούλα Μπιμπί (1934), HMV AO-2107 OT-1548-2 - σλόου φοξ


Οι τίτλοι "αριστοκράτης μάγκας" και άλλα χαζοχαρούμενα ψευτοδημοσιογραφικά τερτίπια γιά χάνους, είναι ξυσίματα στην πλάτη, ανούσια και "της πλάκας".

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, γιατί τόσοι και τόσοι ικανότατοι συνθέτες του ρεμπέτικου δε "μεταπήδησαν" σε ελαφρές σαχλαμάρες όταν "έσφιξε η μέγγενη", έτσι, τουλάχιστο, γιά να βγαίνει το χαρτζιλίκι, έστω και με ψευδώνυμο; Δε μπορούσαν; Θεωρητικά, μπορούσαν και με το παραπάνω. Δε μπορούσε όμως - βλ. δε γούσταρε - η καρδιά τους. Γιατί διάλεξε ο Β. Παπάζογλου να γίνει παλιατζής; Μπορεί, o πολυσχιδής και πολύχρωμος Σπύρος Περιστέρης να πήγε και σ' άλλα τοπία, αλλά ούτε αυτό λέει τίποτα. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν σημαδεμένοι, σοβαροί. Όταν ο Γ. Παπαϊωάννου έκανε τη πλάκα του μπροστά σε κοινό, ήταν γιατί ο Παπαϊωάννου ήταν από τη φύση του χωρατατζής. Δε γελοιοποιούνταν. Ήταν επαγγελματίας και έκανε τη πλάκα του με τους "νερουλούς".



Ακούστε και ένα ακόμα όμορφο τραγούδι του, όπου είναι εμφανής η προσπάθεια να μαγκίσουν στο έπακρο οι στίχοι...





Τα τραγούδια του Κωστή είναι, πάντως, πολύ καλά και πολύ μερακλίδικα. 'Οτι λάμπει όμως δεν είναι, απαραίτητα, και χρυσός...

Σάββατο, 02 Ιανουαρίου 2010